βεβαιότητα Posted on 15th April 2016 by Luka — Leave a reply βεβαιότητα https://fjalor.shqipopedia.org/wp-content/uploads/gr/audio/βεβαιότητα.mp3 ( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.) siguri ενικός πληθυντικός ονομαστική η βεβαιότητα οι βεβαιότητες γενική της βεβαιότητας των βεβαιοτήτων αιτιατική τη βεβαιότητα τις βεβαιότητες κλητική βεβαιότητα βεβαιότητες