βελτίωση Posted on 15th April 2016 by Luka — Leave a reply βελτίωση https://fjalor.shqipopedia.org/wp-content/uploads/gr/audio/βελτίωση.mp3 ( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.) përmirësim ενικός πληθυντικός ονομαστική η βελτίωση οι βελτιώσεις γενική της βελτίωσης / βελτιώσεως των βελτιώσεων αιτιατική τη βελτίωση τις βελτιώσεις κλητική βελτίωση βελτιώσεις