βενζίνη Posted on 15th April 2016 by Luka — Leave a reply βενζίνη https://fjalor.shqipopedia.org/wp-content/uploads/gr/audio/βενζίνη.mp3 ( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.) benzinë ενικός πληθυντικός ονομαστική η βενζίνα / βενζίνη οι βενζίνες γενική της βενζίνας / βενζίνης των βενζινών αιτιατική τη βενζίνα / βενζίνη τις βενζίνες κλητική βενζίνα / βενζίνη βενζίνες