βηματοδότης Posted on 15th April 2016 by Luka — Leave a reply βηματοδότης https://fjalor.shqipopedia.org/wp-content/uploads/gr/audio/βηματοδότης.mp3 (αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.) aparat stimulues kardiak ενικός πληθυντικός ονομαστική ο βηματοδότης οι βηματοδότες γενική του βηματοδότη των βηματοδοτών αιτιατική το βηματοδότη τους βηματοδότες κλητική βηματοδότη βηματοδότες