βότκα Posted on 15th April 2016 by Luka — Leave a reply βότκα https://fjalor.shqipopedia.org/wp-content/uploads/gr/audio/βότκα.mp3 ( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.) vodkë ενικός πληθυντικός ονομαστική η βότκα οι βότκες γενική της βότκας – αιτιατική τη βότκα τις βότκες κλητική βότκα βότκες