φρονιμίτης Posted on 15th April 2016 by Luka — Leave a reply φρονιμίτης https://fjalor.shqipopedia.org/wp-content/uploads/gr/audio/φρονιμίτης.mp3 ( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.) dhëmb i pjekurisë ενικός πληθυντικός ονομαστική ο φρονιμίτης οι φρονιμίτες γενική του φρονιμίτη των φρονιμιτών αιτιατική το φρονιμίτη τους φρονιμίτες κλητική φρονιμίτη φρονιμίτες