βοή Posted on 15th April 2016 by Luka — Leave a reply βοή https://fjalor.shqipopedia.org/wp-content/uploads/gr/audio/βοή.mp3 ( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.) britmë ulërimë ενικός πληθυντικός ονομαστική η βουή / βοή οι βουές / βοές γενική της βουής / βοής των βουών / βοών αιτιατική τη βουή / βοή τις βουές / βοές κλητική βουή / βοή βουές / βοές