βοήθεια Posted on 15th April 2016 by Luka — Leave a reply βοήθεια https://fjalor.shqipopedia.org/wp-content/uploads/gr/audio/βοήθεια.mp3 ( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.) ndihmë ενικός πληθυντικός ονομαστική η βοήθεια οι βοήθειες γενική της βοήθειας των βοηθειών αιτιατική τη βοήθεια τις βοήθειες κλητική – βοήθειες