φόβος Posted on 15th April 2016 by Luka — Leave a reply φόβος https://fjalor.shqipopedia.org/wp-content/uploads/gr/audio/φόβος.mp3 ( αρσενικό ουσιαστικό – emër. gjin. mashk.) frikë ενικός πληθυντικός ονομαστική ο φόβος οι φόβοι γενική του φόβου των φόβων αιτιατική το φόβο τους φόβους κλητική φόβε φόβοι