βαλίτσα Posted on 15th April 2016 by Luka — Leave a reply βαλίτσα https://fjalor.shqipopedia.org/wp-content/uploads/gr/audio/βαλίτσα.mp3 ( θηλυκό ουσιαστικό – emër. gjin. fem.) valixhe ενικός πληθυντικός ονομαστική η βαλίτσα οι βαλίτσες γενική της βαλίτσας των βαλιτσών αιτιατική τη βαλίτσα τις βαλίτσες κλητική βαλίτσα βαλίτσες